«Τα λόγια και τα χρόνια 1963-2013 Τα τραγούδια»

«Τα λόγια και τα χρόνια 1963-2013 Τα τραγούδια»

0 1023

Παρουσίαση του βιβλίου του Μάνου Ελευθερίου με τίτλο

«Τα λόγια και τα χρόνια 1963-2013 Τα τραγούδια»

που έγινε στις 11/12/2013 στον ΙΑΝΟ

 IANOS 11-12-2013

Είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω όχι μόνο σαν ακροατής αλλά και σαν μουσικός παραγωγός – δουλειά που κατέληξα να κάνω μετά από πολύχρονες σπουδές στις θετικές επιστήμες – στις ακροάσεις των προς έκδοση δίσκων.

Ο στίχος για τραγούδι είναι – ή μάλλον αντιμετωπίζεται καλώς ή κακώς σαν – κάτι φευγαλέο.  Μαζί με την μουσική, «τρέχει» συνήθως σε 3 λεπτά και κάτι… Στο χαρτί οι στίχοι, απαλλαγμένοι από την μελωδία αλλά κι από την διάρκειά της, αποκτούν άλλη δυναμική. Διαβάζοντας τον κάθε στίχο, μπορείς να δώσεις μια άλλη διάσταση στην κάθε φράση του, στην κάθε ατμόσφαιρα που μεταφέρει, στην αισθητική την οποία αποπνέει.  Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για στίχους με φανερά τα σημάδια της προσωπικής γραφής, της προσωπικής επίδοσης, της προσωπικής αισθητικής…

«Δικά μου, οι στίχοι απ’ το αίμα μου παιδιά» λέει ο Καρυωτάκης.  Και έτσι συμβαίνει.  Τα τραγούδια του Μάνου, αν και διαφορετικά είναι του ίδιου πατέρα.

Το ’77 στα «Τροπάρια για Φονιάδες» στην αναφορά στον Νίκο Πλουμπίδη…. «σαν ψίχουλα είναι τούτα τα στιχάκια από συμπόσια και ξενύχτια ποιητών θα ψιθυρίζουν οι χαφιέδες στα σοκάκια, εκεί που πάω σαν το ψάρι να πιαστώ.  Κινήσαμε για μακρινό ταξίδι, η νύχτα φαρμακώνει τα φιλιά, ποιος κόσμος μας κρατάει και ποιο σανίδι, απόψε που δικάζουν τον Πλουμπίδη, οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά».

Την ίδια χρονιά, σ’ ένα τρυφερό ερωτικό τραγούδι σε μουσική Βασίλη Δημητρίου, γράφει το τετράστιχο:

«Κι όταν μ’ άφησες πρωί, ήμουνα λιωμένο ρούχο απλωμένο, σε κοντό σκοινί, ζήτησες υπομονή στα παλιά σου λάθη, μα η καρδιά σου αγκάθι, πάντα με πονεί».

Ή για τον Γιάννη Σπανό, στην πρώτη του Δεκέμβρη, σ’ ένα προφανώς αυτοβιογραφικό τραγούδι για το στρατό, διαβάζουμε τη φράση:  «Σου γράφω πρώτη του Δεκέμβρη, είναι μεσάνυχτα βαθιά, κοιμάται ο κόσμος τώρα πια, μ’ ένα καημό που να μη σε ‘βρει».

Δεν ξέρω αν αυτό επιδιώκει ο Ελευθερίου όταν μπλέκει το παρελθόν με το παρόν σε μια ενιαία αφήγηση, αλλά αυτό επιτυγχάνει.  Αυτή η παρατηρητικότητα του, η άδολη αγάπη του για τους ανθρώπους, παρόλη την μοναχικότητά του, τον κάνει να παρατηρεί τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα των ηρώων του, γι’ αυτό μέσα στους ήρωες του Μάνου αναγνωρίζουμε πολλές φορές τους εαυτούς μας.  Με μια ακριβή διαίσθηση και ευθυκρισία, αποκαλύπτει στα τραγούδια που έχουν αναφορά στο παρελθόν, στην ιστορία ή σε πρόσωπα, την Αλήθεια.

Στη φράση «ποιος κόσμος μας κρατάει και ποιο σανίδι» –  υποψιάζομαι ότι είναι το σανίδι του θεάτρου του πολιτικού παραλόγου και όχι το πάτωμα – που σημαίνει ότι η ποιητική του νοημοσύνη ταυτίζεται απόλυτα με την πολιτική…..

Αλλά και στην πολιτική του παρόντος, μας διδάσκει ανεξάντλητα και εξαντλητικά, σαν φίλος μακρινός που γνωρίζει τα μυστικά μας.  Αρκεί να διαβάσετε τα τελευταία τραγούδια αυτής της συλλογής.  «Το μέλλον» ή «Το δέκα γραμμάρια».

Δέκα γραμμάρια ζωής, σου ‘διναν τράτο για αν ζεις, κι ύστερα να ψευτοζείς στο χώμα, κλπ…..

Ο ίδιος ο Μάνος Ελευθερίου, έχει γράψει κάπου ότι «Οι λέξεις είναι σαν ορισμένους ανθρώπους.  Άλλες υπάρχουν και άλλες χάνονται… Και κάποιες μας ακολουθούν μέρα νύχτα και για όλη μας τη ζωή». Και ότι « η περιλάλητη φράση του Μπωντλαίρ ότι πρέπει να εντοπίσουμε τη μοιραία λέξη που έρχεται συχνότερα σ’ έναν ποιητή για να ανακαλύψουμε τον ψυχισμό του, θαρρώ πως θα ισχύει για πάντα». Διαβάζοντας πλέον τους στίχους των τραγουδιών που έγραψε εδώ και 50 χρόνια, μπορεί κανείς να επιδοθεί σε μια μαγική διαδικασία.  Κι όχι μόνο τους στίχους των τραγουδιών που αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους της δημιουργίας του, τους ολόκληρους «κύκλους τραγουδιών» : Τη «Θητεία», τον «Άγιο Φεβρουάριο», τα «Λαϊκά», τα «Τροπάρια για φονιάδες», τα «Παραπονεμένα λόγια»… Αλλά και διαβάζοντας και τα σκόρπια από τα τραγούδια που έγραψε όλα αυτά τα χρόνια.  Οι εικόνες και οι μνήμες που παράγουν οι αφηγήσεις, λες κι είναι ακροδέκτες  που ακουμπούν στις άκρες των δικών μας κεφαλιών, στο κεφάλι των καθημερινών ανθρώπων, κι εκεί αναγνωρίζει ο καθένας τον εαυτό του.

Ακόμα και τα τραγούδια που προέκυψαν από κάποιες συνεργασίες για τις οποίες έχει έως και αμφισβητηθεί…  Θυμίζω ότι ομάδα διανοουμένων συνθετών, δήλωσε δημόσια ότι πρέπει να προστατεύσουμε τον Μάνο. Ο ίδιος βέβαια έχει ξεκαθαρίσει εξ’ αρχής ότι «δεν σας κρύβω ότι με άλλη χαρά έγραψα τη ΘΗΤΕΙΑ και με άλλη παρόρμηση το τραγουδάκι που θα μού επέτρεπε να αγοράσω – για παράδειγμα – ένα χειρόγραφο του Καραϊσκάκη».  Είναι γνωστό ότι ο Μάνος Ελευθερίου είναι συλλέκτης.  Εξαιτίας των συλλογών του μας έχει δώσει θαυμάσια βιβλία, όπως πρόσφατα για τον Βαμβακάρη, ή την εξαίσια πολύτομη σειρά «Το θέατρο στην Ερμούπολη».  Έχει χαρίσει στη Σύρο, την ιδιαίτερη πατρίδα του, εξαιρετικά αρχεία, όπως ακόμα και αυτό το καλοκαίρι χειρόγραφα, ενθυμήματα και αντικείμενα του Κωνσταντίνου Καβάφη.  Έχει δωρίσει σε αγαπημένους φίλους πολλά από αυτά, πιστεύοντας ότι έτσι θα πιάσουν τόπο.  Και επιπλέον, πράγμα παράξενο, συλλέγει-συλλέγει από το παρελθόν και δεν κρατάει τίποτα δικό του.  Ο ίδιος δεν έχει αρχείο.  Το λέω αυτό, γνωρίζοντας εξ’ ιδίας πείρας, ότι οι στίχοι του, οι πρωτότυποι, κυκλοφορούν εδώ και δεκάδες χρόνια στα χέρια των συνθετών, των τραγουδιστών καμιά φορά, των τραγουδοποιών.  Θυμάμαι πιο παλιά εκείνη τη δαιμονισμένη γραφομηχανή, που έχει στεγνώσει επάνω της ο πόνος και ο κόπος των ανθρώπων, με το κόκκινο μελάνι στα ρεφρέν….

Μάνο πότε θα μαζέψεις τα τραγούδια σου που είναι από εδώ και από εκεί;  «Σιγά-σιγά» μου απαντάει, που λέει και ο Γκάτσος με το τσιγάρο στο στόμα.

Αντίθετα εάν πρόκειται να μιλήσει για ομότεχνους του, δεν καθυστερεί καθόλου.  Είναι ο άνθρωπος που συστήνει με τεράστια γενναιοδωρία και πολλές φορές με υπερβολή, σε συνθέτες, τραγουδιστές, παραγωγούς, νέα παιδιά που γράφουν στίχους και μουσικές.  Αυτός είναι ο Μάνος.  Ακόμα και σε εκείνο το τραγουδάκι που δεν είναι «τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα», θα διακρίνεις τον ψυχισμό του δημιουργού του.  Και ακόμα και σ’ αυτό μπορεί ο καθένας να ακουμπήσει πάνω του, το δικό του ψυχισμό, τη δική του έκφραση, τη δική του σκέψη.  Όχι με την ευκολία ή και την ευτέλεια που το κάνει μ’ ένα εξώφθαλμο «λαϊκό σουξέ»…  Αλλά με την εσωτερικότητα που απαιτεί η γραφή ενός δημιουργού που κουβαλάει παντού τη δική του γλώσσα, τη δική του σκέψη, τη δική του αισθητική.  Κι ας επιμένει συνήθως ο ίδιος ότι «δεν είναι τίποτα όλα αυτά»…

«Πάρε τη λέξη μου, δώσ’ μου το χέρι σου», λέει ο Εμπειρίκος και στην περίπτωση του Μάνου θα μπορούσε ν’ αντιστραφεί «δωσ’ μου τη λέξη σου, το αχ σου, την αγωνία σου, την ιστορία σου και πάρε το χέρι μου».  Το χέρι του μας δίνει μέσα σ’ αυτά τα 50 χρόνια, κι ας επέμενε  για πολλά – πολλά χρόνια,  ότι «οι στίχοι για τραγούδια δεν είναι ανάγκη να αποτελούν το υλικό μιας ξεχωριστής έκδοσης σε βιβλίο».  Αλήθεια έλεγε τότε, αλήθεια έλεγε μέχρι πρόσφατα, αλλά τώρα έχουμε ανάγκη αυτό το χέρι, αυτά τα λόγια.  Γιατί τώρα ζούμε σ’ ένα πόλεμο.  Μέχρι πρόσφατα οι πόλεμοι είχαν ένα μέτωπο, μια αρχή, ένα τέλος.  Αυτό που ζούμε σήμερα, αυτός ο αόριστος πόλεμος που έφερε η κρίση, έχει τις επιπτώσεις ενός πραγματικού πολέμου του περασμένου αιώνα, και είναι σαφές ότι αυτή η κρίση που ήταν παντού και πουθενά είχε σαν επίκεντρό της, στην Ευρώπη τουλάχιστον, την Ελλάδα.  Εδώ έπεσε άτσαλα, εδώ ξέσπασε η πυρκαγιά.  Και εδώ που φτάσαμε, με την κρίση σαν έναν μεταδοτικό ιό, με χρέη και υποχρεώσεις που δε θα ξεχρεώνονται ποτέ, με βαθμιαία ύφεση του οικονομικού και κοινωνικού ανοσοποιητικού συστήματος, καμία ελιτίστικη διαδικασία πολιτισμού και φιλοσοφίας επιτρέψτε μου, δεν μπορεί να μας σώσει, παρά μόνο η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η προσφορά μαζί με τον λόγο και την παρέμβαση των πνευματικών ανθρώπων.

Γιατί όπως λέει ο ίδιος:  Και παρ’ όλο που σήμερα ειδικά θα χρειάζονταν και μερικά «πολιτικά» τραγούδια, για να ξεσηκώσουν περισσότερο το κοινό (καθώς δεν υπάρχει από πάνω η τρομερή μαύρη χειρ ενός αόρατου κράτους και το κυνηγητό της αστυνομίας εναντίον όλων εκείνων που τολμούσαν να τα τραγουδήσουν), εντούτοις τη θέση τους παίρνουν ακόμη μια φορά τα αθάνατα ερωτικά τραγούδια.  Καλά ή άσχημα, σοροπιασμένα ή όχι, μπορούν άνετα να συντηρούν ένα γονατισμένο λαό, καθώς είναι από τις ελάχιστες ανάσες της βασανισμένης ζωής.  Μου φαίνεται μάλλον παρατραβηγμένο αυτό που θα πω, αλλά κανείς δεν ξέρει τι ανταπόκριση θα είχε σήμερα αν άρχιζε κάποιος, όχι απαραίτητα κουλτουριάρης, τη συναυλία του με τον ύμνο της Διεθνούς ή το «Στ’ άρματα, στ’ άρματα»!  Βέβαια, υπάρχει η πάντα επίκαιρη Ρωμιοσύνη, των Θεοδωράκη-Ρίτσου, όμως αυτή την κρύβουν οι καλλιτέχνες μας, φαίνεται, για τις πρώτες μέρες της επανάστασης.

Ιδιαίτερα λοιπόν αυτή την εποχή, στις συνθήκες που καταγράφει και ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου, μια τέτοια έκδοση τοποθετεί το λόγο του τραγουδιού στη βάση που θα έπρεπε να είναι πάντα.  Σε όλες τις εποχές, σε όλες τις συνθήκες και σε όλες τις γενιές…

 

SIMILAR ARTICLES

0 846

0 613

NO COMMENTS

Leave a Reply